Όπως ήταν αναμενόμενο, ο κ. Άμπε Σίνζο ανεδείχθη ο διάδοχος του κ. Κοϊζούμι και εξελέγη Πρόεδρος του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (στο εξής LDP) την 20/09/2006 και πρωθυπουργός της Ιαπωνίας από την ιαπωνική Βουλή στις 26/09/2006 σε ηλικία μόλις 52 ετών 1. Είναι ο πρώτος πρωθυπουργός της χώρας που έχει γεννηθεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Όπως και οι δύο άλλοι υποψήφιοι για την Προεδρία του κόμματος, οι κ.κ. Τανιζάκι (Υπουργός Οικονομικών επί Κοϊζούμι) και Άσο (Υπουργός Εξωτερικών και επί Κοϊζούμι και νυν) προέρχεται από οικογένεια με μακρά παρουσία στην ιαπωνική πολιτική σκηνή. Ο πατέρας της μητέρας του ήταν ο Κίσι Νομπουσουκέ, επί της πρωθυπουργίας του οποίου υπεγράφη η Σύμβαση Ασφαλείας2 μεταξύ ΗΠΑ-Ιαπωνίας το 1960 και ο πατέρας του ο Άμπε Σινταρό, ο οποίος είχε διατελέσει Υπουργός Εξωτερικών επί Νακασόνε.
Το ερώτημα που διατυπώνεται από όλους όσοι παρακολουθούν τις εξελίξεις στην Ιαπωνία είναι αν ο διάδοχος του κου Κοϊζούμι θα συνεχίσει τις σημαντικές μεταρρυθμίσεις που άρχισε ο τελευταίος - σημαντικές σε βαθμό που μας επιτρέπει να μιλάμε για μία νέα εποχή στα πολιτικά πράγματα της Ιαπωνίας - ή αν η πολιτική ζωή της χώρας θα επιστρέψει στην παλιά πραγματικότητα, δηλ. στην παντοδυναμία των ενδοκομματικών φατριών (habatsu), και την διαφθορά με την μορφή τριγωνικών πελατειακών σχέσεων μεταξύ των βουλευτών των ειδικών επιτροπών (ζόκου) 3 –ανώτερων διοικητικών υπαλλήλων και τοπικών συμφερόντων.
Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμη μία σύντομη αναδρομή στο έργο που επιτέλεσε ο κ. Κοϊζούμι στα πέντε χρόνια και πέντε μήνες της πρωθυπουργίας του ( από τις μακρότερες θητείες πρωθυπουργού της μεταπολεμικής Ιαπωνίας).
Η κληρονομιά του κ. Κοϊζούμι
Ο κ. Κοϊζούμι τελείωσε την πρωθυπουργική του θητεία με τα υψηλότερα ποσοστά αποδοχής από κάθε άλλο προκάτοχό του, περίπου 50%, και διατηρεί προς το παρόν την βουλευτική του έδρα.
Είναι αναμφισβήτητο ότι ο πρωθυπουργός Κοϊζούμι, σε αντίθεση με την συντριπτική πλειονότητα των προκατόχων του 4, είχε μεταρρυθμιστικό όραμα. Εξίσου αναμφισβήτητο είναι ότι δεν κατόρθωσε να επιφέρει στο ακέραιο τις αλλαγές που οραματίσθηκε, γιατί προσέκρουσε στις παραδοσιακές δυνάμεις του ιδίου του κόμματός του.
Κατ’ αρχάς ο κ. Κοϊζούμι έθεσε υψηλά τον πήχυ για τους διαδόχους του σε θέματα δημοφιλίας, προσωπικού στυλ, εικόνας και φωτογένειας. Σε θέματα ουσίας, υπήρξε ένας πρωθυπουργός «προεδρικού» τύπου σε μία σειρά άτονων πρωθυπουργών 5, που απλώς επικύρωναν τις αποφάσεις των ισχυρών του κόμματος6. Επικοινωνούσε απ’ ευθείας με τους πολίτες και έδειχνε να υπολογίζει περισσότερο στην υποστήριξη του εκλογικού σώματος και στις ίδιες τις δυνάμεις του παρά στους ισχυρούς του κόμματος, όπως απέδειξε περίτρανα και και με την τολμηρή απόφασή του να διαλύσει την Κάτω Βουλή και να προκυρήξει εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2005 προκειμένου να αντιπαρέλθει την αντίσταση της παλαιάς φρουράς του LDP όσον αφορά την ιδιωτικοποίηση των Ιαπωνικών Ταχυδρομείων.
Εκτός αυτού όμως, ο κ. Κοϊζούμι θα μείνει στην ιστορία ως ο πρώτος πολιτικός του LDP που όχι μόνο μίλησε για - επώδυνες αλλά απαραίτητες για την ιαπωνική οικονομία - «δομικές» μεταρρυθμίσεις7, αλλά και έθεσε ρητώς ως στόχο του την καταστροφή του ίδιου του «παλαιού» LDP, προκειμένου να τις επιτύχει, γοητεύοντας έτσι ένα εκλογικό σώμα απογοητευμένο με την πολιτική, λόγω της διαφθοράς αλλά και της αβουλίας των πολιτικών να την καταπολεμήσουν και να βγάλουν την χώρα από την οικονομική κρίση που άρχισε στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ο Κοϊζούμι Τζουνιτσιρό δεσμεύθηκε ότι θα εκμηδενίσει την ισχύ των ενδοκομματικών φατριών (habatsu) - οι οποίες είχαν ήδη υποστεί πλήγμα με την αλλαγή του εκλογικού σύστηματος το 1994 - και τις πελατειακές σχέσεις αυτών με τον βιομηχανικό τομέα και τα τοπικά συμφέροντα.
Πράγματι, επέτυχε σε σημαντικό βαθμό τον στόχο του, καθότι:
- Αφαίρεσε δύναμη από τις φατρίες και διάφορες ειδικές επιτροπές και ενίσχυσε την Γραμματεία της Κυβερνήσεως και το Γραφείο της Κυβερνήσεως
- Συγκέντρωσε εξουσία στο γραφείο του πρωθυπουργού (kantei) (αλλαγή που όπως φαίνεται θα διατηρήσει και ο κ. Άμπε), αυξάνοντας τους αναπληρωτές γενικούς γραμματείς από 19 σε 308
- Κατήργησε 12 ειδικές επιτροπές και συνέπτυξε 3 σε άλλα σώματα
- Αποφάσισε την αλλαγή των επικεφαλής αυτών των σωμάτων ανά διετία
- Διόρισε πρόσωπα της εμπιστοσύνης του ως προϊσταμένους των σημαντικών επιτροπών της βουλής
- Μετέφερε από τις φατρίες στο αρχηγείο του κόμματος την ευθύνη της έρευνας για νέους φερέλπιδες υποψηφίους
- Καθαίρεσε όσα μέλη του κόμματός του αντιτάχθηκαν στην ιδιωτικοποίηση των Ιαπωνικών Ταχυδρομείων
Στον οικονομικό τομέα, ύστερα από μία δεκαετία ύφεσης και αποπληθωρισμού και ελλειπών μέτρων για την καταπολέμηση αυτών
- Έδωσε ώθηση στην φιλελευθεροποίηση της σε μεγάλο σχεδιασμό κεντρικά κατευθυνόμενης ιαπωνικής οικονομίας, στις ιδιωτικοποιήσεις και την δημοσιονομική πειθαρχία, αν και ο χρηματο-οικονομικός τομέας έχει ακόμη πολλά βήματα να κάνει και το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας (170% του ΑΕΠ περίπου) παραμένει το πιο υψηλό στον ανεπτυγμένο κόσμο
- Στήριξε την νίκη του στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2005 στην ιδιωτικοποίηση των Ιαπωνικών Ταχυδρομείων 9
- Κατά συνέπεια αφαίρεσε δύναμη από τον κατασκευαστικό τομέα, πεδίο πελατειακών σχέσεων μεταξύ βουλευτών του LDP-διοικητικών υπαλλήλων-τοπικών συμφερόντων, αφού τα Ιαπωνικά Ταχυδρομεία παραδοσιακά διοχέτευαν φθηνό χρήμα για δημόσια έργα
- Έγιναν αλλαγές στον κώδικα εμπορικού δικαίου με σκοπό την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητος
- Οι μεγάλες εταιρίες και τράπεζες μείωσαν κατά πολύ τα άλλοτε τεράστια χρέη τους
Πρέπει να τονισθεί ότι τις περισσότερες από αυτές τις αλλαγές και μεταρρυθμίσεις δεν τις επέτυχε χωρίς σθεναρή αντίσταση από κεκτημένα συμφέροντα εκ των ένδον του LDP. Και αυτό παρά την μεγάλη δημοφιλία του - η οποία ουσιαστικά ήταν ο λόγος για τον οποίο το LDP κέρδισε τις εκλογές το 2003 και το 2005 - και του έδωσε μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων εντός του κόμματός. Είναι σίγουρο ότι θα είχε προχωρήσει σε δραστικότερες μεταρρυθμίσεις, αν η παλαιά φρουρά δεν είχε μετριάσει ή αναβάλει πρωτοβουλίες του όσον αφορά τις συντάξεις, το σύστημα υγείας και τον σχεδιασμό αυτοκινητοδρόμων. Kαι αυτή η ίδια η «νίκη» του όσον αφορά την ιδιωτικοποίηση των Ιαπωνικών Ταχυδρομείων είναι αμφιλεγόμενη, αφού η ιδιωτικοποίηση θα ολοκληρωθεί το 2017. O κ. Κοϊζούμι παρόλες τις εξαγγελίες του και την επιθυμία του για δομικές αλλαγές, δεν μπόρεσε να επιδείξει τις ηγετικές του ικανότητες σε μείζονα ζητήματα, άμεσα σχετιζόμενα με το μέγα δημογραφικό πρόβλημα της Ιαπωνίας, όπως το ασφαλιστικό, το φορολογικό ιατρική περίθαλψη, αγροτικές μεταρρυθμίσεις.
Είναι γεγονός ότι προς το τέλος της θητείας του ο κ. Κοϊζούμι έδειξε να μην έχει πλέον διάθεση να αντιμάχεται το ίδιο του το κόμμα και ουσιαστικά - αφού μπόρεσε τουλάχιστον να περάσει το νομοσχέδιο περί Ιαπωνικών Ταχυδρομείων - έκανε ένα γύρο θριάμβου μετά την εντυπωσιακή νίκη του στις τελευταίες εκλογές του 2005 χωρίς να προχωρήσει σε αναμενόμενες μεταρρυθμίσεις όπως η συνταγματική αναθεώρηση και η αναβάθμιση των ενόπλων δυνάμεων.
Επίσης, επί των ημερών του, αλλά όχι αποδεδειγμένως εξ αιτίας των μεταρρυθμίσεων που επιτέλεσε, αυξήθηκε το χάσμα μεταξύ εχόντων και μη εχόντων στην Ιαπωνία, μία τάση που είχε αρχίσει να σημειώνεται από τα προηγούμενα χρόνια, ως αποτέλεσμα των αλλαγών που ακολούθησαν μετά το σπάσιμο της «φούσκας» το 1991.10
Όσον αφορά στην εξωτερική πολιτική, ο κ. Κοϊζούμι αναμφίβολα συνέσφιξε τις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ-Ιαπωνίας. Εξέφρασε απερίφραστα στον πρόεδρο Μπους την συμπαράστασή του στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Τόνωσε την στρατιωτική συνεργασία με τις ΗΠΑ αποστέλλοντας πλοία στον Περσικό Κόλπο μετά την 11η Σεπταμβρίου 2001 και 600 Ιάπωνες στρατιώτες στο Ν. Ιράκ το 2004 και στις δύο περιπτώσεις παρακάμπτοντας το φιλειρηνικό Σύνταγμα της Ιαπωνίας και μάλιστα χωρίς αντίδραση της ιαπωνικής κοινής γνώμης.
Εκτροχίασε όμως - χωρίς εμφανή αιτία - τις σχέσεις της Ιαπωνίας με την Κίνα και την Ν. Κορέα επιμένοντας να επισκέπτεται - έστω και «ως ιδιώτης», όπως είπε - το σιντοϊστικό ναό Γιασουκούνι, όπου κείτονται οι Ιάπωνες νεκροί του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ορισμένοι από τους οποίους έχουν καταδικασθεί ως εγκληματίες πολέμου. Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο διακινδύνευσε να απομονώσει την Ιαπωνία - σε μία εποχή μάλιστα που η Κίνα διεκδικεί έναν ηγετικό ρόλο στην περιοχή αλλά και στο διεθνές γίγνεσθαι - αλλά δυσαρέστησε και τις ΗΠΑ, οι οποίες κάθε άλλο παρά ένταση επιθυμούν στην Ανατολική Ασία εν όψει μάλιστα και του Βορειοκορεατικού προβλήματος. |