....ευτυχώς, κάποιοι επιμένουν ιαπωνικά...

ΤΟ ΙΑΠΩΝΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΩΝ ΚΡΥΜΜΕΝΩΝ ΘΗΣΑΥΡΩΝ

ΜΙΚΙΟ ΝΑΡΟΥΖΕ
Ο μεγάλος Τέταρτος

Ο σαγηνευτικός, αινιγματικός κόσμος του
ΧΙΡΟΣΙ ΤΕΣΙΓΚΑΧΑΡΑ

Πάνε δυο χρόνια τώρα από το «Ιαπωνικό καλοκαίρι των μεγάλων κλασσικών» με την προβολή, σε επανέκδοση ή πρεμιέρα, των μεγάλων έργων του Μιζογκούτσι και του Κουροσάουα. Για τους περισσότερους, το Ιαπωνικό σινεμά εξαντλείται στις τρεις «κολώνες», Όζου, Μιζογκούτσι, Κουροσάουα, με την πιθανή προσθήκη των «νεοκυματικών» Όσιμα και Ιμαμούρα. Η Ιαπωνία έπεφτε πολύ μακρινή για τους Δυτικούς, η Ιαπωνική κουλτούρα, παράδοση και γλώσσα ήταν απλώς γραφικές και, το κυριότερο, τουλάχιστον ως την δεκαετία του 80, τα μεγάλα Ιαπωνικά στούντιο εστίαζαν αποκλειστικά στην εκμετάλλευση των παραγωγών τους στην εγχώρια αγορά, «κομμάτι το κομμάτι», θεωρώντας απολύτως περιττά τα απαραίτητα έξοδα προώθησης των έργων στο εξωτερικό αφού αυτά είχαν διαγράψει τον οικονομικό τους κύκλο στα Ιαπωνικά νησιά. Οι Ιάπωνες κινηματογραφιστές, συνέχιζαν ταπεινά την βιομηχανική παραγωγή ενός, δυο και τριών τίτλων ετησίως ο καθένας τους, ανύποπτοι πως έγραφαν πολλές από τις πιο σημαντικές σελίδες της Ιστορίας της Κινηματογραφικής Τέχνης. Στις αποθήκες της Toho, της Nikkatsu και της Shoschiku, αναρίθμητα μοναδικά έργα της κινηματογραφικής τέχνης περιμένουν να ανακαλυφθούν, η λίστα με τους δημιουργούς που δικαιώνονται μετά θάνατον ατελείωτη.

Ως τον θάνατό του, το 1969, ο Μικίο Ναρούζε γύρισε 89 φιλμ για τα στούντιο της Toho (το ιαπωνικό αντίστοιχο του «Φίνου»). Για τους Ιάπωνες ήταν ένας σκηνοθέτης πρώτης γραμμής, μαζί με τους τρεις μεγάλους, παρεμπιπτόντως ο Μιζογκούτσι διετέλεσε βοηθός του σε αρκετές ταινίες. Για τους παραγωγούς του ήταν ένας επιτυχημένος σκηνοθέτης αστικών μελοδραμάτων, για τον υπόλοιπο κόσμο παντελώς άγνωστος. Όπως σημειώνει και ο Philippe Lopate, η καθολική, πανηγυρική αναγνώριση της αξίας των ταινιών του Ναρούζε, συνιστά μια από τις πιο ιδιόμορφες διορθώσεις της Ιστορίας του σινεμά. Κάμποσα χρόνια μετά τον θάνατό του, αφιερώματα στο έργο του «σκάνε» όλο και συχνότερα, οι πιστοί της κινηματογραφικής Βίβλου ανακαλύπτουν έναν καινούργιο άγιο. Τα φιλμ του Ναρούζε (αυτά που έχουν διασωθεί) παραμένουν οδυνηρά αληθινά, βασανισμένες μαρτυρίες για τη σκληρή καθημερινότητα, ένα σύμπαν που δονείται από τις σιωπηλές κραυγές των απελπισμένων ψυχών που το κατοικούν. Οι ταινίες του διαδραματίζονται στη σύγχρονη μεταπολεμική Ιαπωνία, σχεδόν πάντοτε, οι βασικοί του χαρακτήρες είναι γυναίκες, που προσπαθούν να υλοποιήσουν τις επιθυμίες και τα όνειρά τους διατηρώντας την αξιοπρέπειά τους. Απολαυστικό ασπρόμαυρο σινεμασκόπ, απίστευτη πολλαπλότητα επιπέδων, λεπτομερής αβίαστη κινηματογράφηση μακριά από το υστερικό στρεσάρισμα των block buster, και, πάνω απ’ όλα προσέγγιση των προσώπων και των σωμάτων με ευγένεια και αγάπη. Αυτά είναι τα συστατικά της μεγάλης τέχνης του Μικίο Ναρούζε, του μεγάλου (παραγνωρισμένου) τέταρτου των Ιαπώνων κλασσικών, που συστήνεται στο Ελληνικό κοινό το καλοκαίρι του 2008 με το «Μια γυναίκα ανεβαίνει τη σκάλα», τα «Κυματιστά σύννεφα» και τα «Σκόρπια σύννεφα», τρία από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα της μακράς δημιουργικής πορείας του, ενός συμπαγούς έργου για την περιπέτεια στης ζωής.

Ο Χιρόσι Τεσιγκαχάρα («ομόσταυλος» του Ναρούζε στα στούντιο της Toho) αποτελεί μια εντελώς ξεχωριστή όσο και μοναχική περίπτωση στην Ιστορία της Παγκόσμιας κινηματογραφικής δημιουργίας. Γιος του ιδρυτή της περίφημης σχολής Sogetsu για την Ikebana (Ιαπωνικής Τέχνης της διακόσμησης με άνθη), σπούδασε ζωγραφική, από το ‘62 ως το ‘66 γύρισε τρεις ταινίες πριν αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην τέχνη και στη σχολή του, με σποραδικές πια κινηματογραφικές δημιουργίες. Με αυτά και μόνο τα τρία φιλμ, ο Τεσιγκαχάρα δημιούργησε τον δικό του κινηματογραφικό κόσμο, καταφέρνοντας να διατηρήσει την (απαραίτητη για την ύπαρξη του οποιουδήποτε κινηματογραφιστή στην Ιαπωνία) εμπορική αποδοχή, μετερχόμενος αφήγηση και εικονοποιία που συχνά προσεγγίζουν τα πεδία της avant guarde τέχνης. Ο συγγραφέας - σεναριογράφος Κόμπο Άμπε και ο διευθυντής φωτογραφίας Χισόσι Σεγκάουα ήταν οι πνευματικοί συνοδοιπόροι που συνέβαλαν στην υλοποίηση του κατά Τεσιγκαχάρα οράματος για τον κόσμο. Κι οι τρεις ταινίες του μπορούν να ιδωθούν σαν παραβολές για την ανθρώπινη ύπαρξη, οι Καφκικοί ήρωες (και ηρωίδες) υπό τη συνεχή απειλή ενός (συχνά αδιόρατου) κινδύνου, μέσα σε μια αινιγματική, οφιοειδή πλοκή, βουτηγμένοι στον απίστευτης εικαστικής δυναμικής ασπρόμαυρο κόσμο της κάμερας του Σεγάουα. Η «Γυναίκα στους αμμόλοφους», η μεγάλη επιτυχία του Τεσιγκαχάρα (ένα βραβείο Καννών και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ), είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια εκρηκτική ερωτική ιστορία, ο «Λάκκος», με τον υπαρξιστικό του συμβολισμό ξεπερνά τα κλισέ μιας ιστορίας φαντασμάτων, το «Πρόσωπο ενός άλλου» περιέχει εντάσεις πρωτόφαντες για ένα ακόμη έργο επιστημονικής φαντασίας. Το σινεμά του Τεσιγκαχάρα, πάντοτε αισθαντικό, σχεδόν απτό, η ακαταμάχητη ατμόσφαιρα των εικόνων και των ήχων, εξακολουθεί να αποτελεί μια γοητευτική παγίδα για το μυαλό και τις αισθήσεις του σύγχρονου θεατή κι ένα μυστήριο που παραμένει συναρπαστικό μέσα στις δεκαετίες.
Τα τρία (εξαφανισμένα από τις δυτικές οθόνες) αριστουργήματα του Ιάπωνα κινηματογραφιστή (όσο κι αν αυτός ποτέ δεν προσδιόρισε έτσι τον εαυτό του) θα προβληθούν το φετινό καλοκαίρι σε πρώτη προβολή στην Ελλάδα.

www.Greece-Japan.com  


 
ΑΡΧΙΚΗ
ΣΕΛΙΔΑ