Ένας κινηματογραφικός καμβάς, γεμάτος προκλητικές εικόνες,
εντυπωσιακές συνθέσεις και συμβολισμούς…
Όπως κι ο Ακίρα Κουροσάβα, ο Ιάπωνας σκηνοθέτης Χιρόσι Τεσιγκαχάρα, ήταν και ζωγράφος (το πτυχίο που πήρε το 1950 από το Εθνικό Πανεπιστήμιο Καλών Τεχνών και Μουσικής ήταν στη ζωγραφική με λάδι) και αυτό φαίνεται στα έργα του. Οι ταινίες του είναι γεμάτες πλούσια καλολογικά στοιχεία και συμβολισμούς και μοιάζουν περισσότερο ονειρικές παρά πραγματικές και ορθολογικές. Επηρεασμένος τόσο από τους σουρεαλιστές, όπως ο Σαλβαδόρ Νταλί και ο Λουίς Μπουνιουέλ, όσο και από το δικό του κινηματογραφικό υπόβαθρο στα ντοκιμαντέρ, ο Τεσιγκαχάρα κατέχει μια μοναδική θέση στον ιαπωνικό κινηματογράφο των ‘60s, συγχωνεύοντας τις αβανγκάρντ ανησυχίες του με τον πειραματικό κινηματογράφο.
Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τεσιγκαχάρα «Ο Λάκκος» επιδεικνύει πολλές από τις στιλιστικές και θεματικές του τάσεις, ενώ αποτελεί την πρώτη από τις τέσσερις συνολικά φορές που συνεργάστηκε με τον σεναριογράφο Κόμπο Άμπε. Η ταινία είναι συγκλονιστική, παρόλο που σε κάποια σημεία φαίνεται ότι δεν έχει συνοχή. Αποτελεί το πρώτο του πειραματικό έργο, στο οποίο ο σκηνοθέτης προσπαθεί να εξαντλήσει τις αισθητικές αρχές του στο φιλμ, να σπρώξει ακόμη πιο μακριά τα όρια και να προκαλέσει τις αντιλήψεις. Η ταινία είναι μια μυστηριακή, φαντασιακή και κοινωνική δήλωση, με διαφορετική διάσταση κάθε φορά να έρχεται στην επιφάνεια ανάλογα με το πώς τη «διαβάζεις».
Η ιστορία ξεκινά αρκετά απλά με έναν ανθρακωρύχο και το νεαρό γιο του που ψάχνουν για δουλειά. Ο σκηνοθέτης από την πρώτη στιγμή δίνει στην ιστορία του κοινωνικές προεκτάσεις, βασίζοντάς την στις εργασιακές συνθήκες των ανθρακωρύχων, τους κινδύνους που διατρέχουν και την εκμετάλλευση που υφίστανται. Όλα αυτά απεικονίζονται με ένα συνδυασμό φανταστικών σκηνών και ντοκιμαντερίστικου στιλ.
Ο ανθρακωρύχος μαθαίνει ότι τον θέλουν για μια δουλειά και στο δρόμο σταματά με το γιο του για να ζητήσουν οδηγίες σε μια πόλη-φάντασμα, όπου όλοι έχουν φύγει αφότου έκλεισε το τοπικό ορυχείο. Ο μοναδικός άνθρωπος που συναντούν είναι μια γυναίκα, που εξακολουθεί να ζει εκεί. Εν τω μεταξύ, ένας μυστηριώδης άντρας με λευκό κοστούμι παρακολουθεί χωρίς προφανή αιτία τον εργάτη και το γιο του.
Από κει κι έπειτα, ο Τεσιγκαχάρα ενορχηστρώνει μια εξαιρετικά καλοφτιαγμένη σειρά καταστάσεων, που ξεκινά με έναν ξαφνικό και βίαιο φόνο, που οδηγεί σε άλλους φόνους και σε μια έρευνα της αστυνομίας, που αποκαλύπτει ότι ο ανθρακωρύχος έχει ένα σωσία (τον ρόλο ενσαρκώνει πάλι ο Hisashi Igawa). Αυτό το ντουμπλάρισμα αποτελεί μια από τις πολλές στιγμές, που ο Τεσιγκαχάρα εξερευνά ένα από τα αγαπημένα του θέματα: την ευαίσθητη φύση της ταυτότητας.
Η ταινία αγγίζει τα όρια του φανταστικού όσες φορές κάθε δολοφονημένος χαρακτήρας γίνεται φάντασμα και παρακολουθεί τα γεγονότα που εκτυλίσσονται, αλλά είναι ανήμπορος να αλληλεπιδράσει με τους ζωντανούς. Αυτά τα φαντάσματα λειτουργούν κατά κάποιο τρόπο σαν αιθέρια υποκατάστατα ενός ανύπαρκτου κοινού, κάνοντας ερωτήσεις στους ζωντανούς χαρακτήρες και προσπαθώντας να πάρουν μέρος στη δράση, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Σε μια από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές, τα φαντάσματα ουρλιάζουν απεγνωσμένα προσπαθώντας να πάρουν μια απάντηση από τους ζωντανούς για το τι τους συνέβη, ενώ στις κραυγές τους αντηχούν η δική μας σύγχυση και ματαίωση προσδοκιών.
Όπως όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες, ο Τεσιγκαχάρα δεν ενδιαφέρεται για τις εύκολες απαντήσεις, αλλά το αντίθετο: να θέτει δύσκολα ερωτήματα και να μας προκαλεί με αμφισημίες. Σαν αποτέλεσμα, ο Τεσιγκαχάρα συχνά ανατρέπει το αναμενόμενο. Για παράδειγμα, ενώ ο γιος του ανθρακωρύχου τυπικά θα έπρεπε να είναι σύμβολο της αθωότητας, εδώ είναι μια αμφίσημη φιγούρα που αντιδρά στη βία με μια περίεργη έλλειψη συναισθηματισμού, που μας τρομάζει, καθώς σκεφτόμαστε ότι ίσως έχει περισσότερα κοινά με τον βίαιο δολοφόνο, παρά με κάθε άλλο χαρακτήρα.
Ενώ η αφήγηση στο «Λάκκο» μπορεί μερικές φορές να μας μπερδεύει με τους ελιγμούς της, που φαίνεται ότι δεν έχουν κάποια χρησιμότητα (όπως μια βίαιη σεξουαλική συνάντηση της γυναίκας και ενός ντόπιου αστυνομικού), ο οξύς τρόπος που αποδίδονται οι σκηνές είναι αξιομνημόνευτος. Ο Τεσιγκαχάρα μεταχειρίζεται την μεγάλη οθόνη, ακριβώς όπως έναν καμβά: έτοιμο να γεμίσει με προκλητικές εικόνες και εντυπωσιακές συνθέσεις, που υπογραμμίζονται από τα επαναλαμβανόμενα σε συμβολισμούς θέματα σχετικά με την ηδονοβλεψία (ο άντρας με το λευκό κοστούμι που παρακολουθεί το ανθρακωρύχο και το γιο του, το μικρό αγόρι που παρακολουθεί τους σεξουαλικούς θεατρινισμούς της γυναίκας μέσα από μια τρύπα στον τοίχο, τα φαντάσματα που παρακολουθούν τις έρευνες για τον ίδιο τους το φόνο). Υπάρχει κάτι σκοτεινό που κρύβεται πίσω από την ταινία και το να την παρακολουθείς δεν απέχει πολύ από το να μπαίνεις σε ένα όνειρο, που δεν πολυκαταλαβαίνεις, αλλά η κάθε του λεπτομέρεια απαιτεί την απόλυτη προσοχή.
Κριτική από τον James Kendrick


Μια ταινία δυνατή, ευρηματική και βαθύτατα προσηλωμένη στην παραδοσιακή Ιαπωνική νοοτροπία του κινηματογράφου της δεκαετίας του 1960…
Η πρώτη ταινία μυθοπλασίας του Χιρόσι Τεσιγκαχάρα, είναι μια καταπληκτική δουλειά, αν επικεντρωθείς στη θεματολογία και το στυλ, όπως στις περισσότερο γνωστές του ταινίες, το «Γυναίκα στους Αμμόλοφους» και «Το Πρόσωπο ενός Άλλου». Αν και μπορεί να φαίνεται λιγότερο ριζοσπαστική σε σχέση με τις δύο επόμενες ταινίες του, η ουσία, το πλεονέκτημα αυτής του κινηματογραφικού αυτού επιτεύγματος, βρίσκεται στις λεπτές αποχρώσεις που καταφέρνει να αναδείξει.
Εξιστορώντας την περιπλάνηση ενός ανθρακωρύχου με το μικρό γιο του, που πάει από πόλη σε πόλη ψάχνοντας για δουλειά, ο σκηνοθέτης κάνει ένα συνδυασμό από διαφορετικού είδους στοιχεία. «ο Λάκκος» είναι ένα κοινωνικο-ρεαλιστικό πορτρέτο της εργατικής τάξης στη μεταπολεμική βιομηχανική Ιαπωνία και της υπερφυσικής αλληγορίας. Ανθρακωρύχοι απεργοί, έρχονται αντιμέτωποι με περιπλανώμενα φαντάσματα σε έρημες, απομονωμένες περιοχές. Αλλά αυτή η μείξη διαφορετικών στοιχείων, λειτουργεί εντυπωσιακά καλά, γιατί οι εργάτες και τα φαντάσματα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: τη ματαιότητα.
Η πρώτη από τις τέσσερις συνεργασίες ανάμεσα στον Τεσιγκαχάρα, το λογοτέχνη Κόμπο Άμπε και τον συνθέτη Τόρου Τακεμίτσου, είναι πέρα από την τελειοποίηση των τεχνικών μορφών, ένα «πάντρεμα» θεμάτων, προβληματισμών και συνεργασίας που όλα συγκλίνουν στο βασικό ερώτημα της ταυτότητας και της αναζήτησης του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι ένα δυναμικό, μεθυστικό συνονθύλευμα, αλλά που απευθύνεται στον μέσο θεατή. Γι’ αυτό χρησιμοποιείται η εργατική τάξη, που εδώ αποτελεί τον κρίκο απ’ τον οποίο ενώνονται και στηρίζονται όλα, μια αναφορά στους οικονομικά ασθενέστερους κι αδύναμους ανθρώπους που βρίσκονται στο κατώτερο σημείο της σκάλας. Ο πρωταγωνιστής μας καταδιώκεται από έναν μυστηριώδη εγκληματία ντυμένο στα λευκά και κάποια στιγμή πέφτει θύμα του και επιστρέφοντας με τη μορφή φαντάσματος, συνειδητοποιεί ότι ο θάνατός του ήταν μέρος μιας παρτίδας σκάκι, ανάμεσα στην κόντρα δύο ντόπιων εργατών. Το χειρότερο είναι ότι τον είχαν μπερδέψει με κάποιον άλλον άντρα
Συναρπαστική ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος, «Ο Λάκκος» είναι δυνατή, απίστευτα ευρηματική και βαθύτατα προσηλωμένη στην παραδοσιακή Ιαπωνική νοοτροπία του κινηματογράφου της δεκαετίας του 1960.
Κριτική από τους Tom Mes και Jasper Sharp
πηγή κειμένων: ΔΤ Νew Star |